ΓΟΥΡΟΥΝΟΧΑΡΑ

Γράφει ο Βασίλης Λαμπόγλου
Όταν ήμουν μικρός και έσφαζαν, παραμονή Χριστουγέννων, το γουρούνι που το είχαν παχύνει όλο τον χρόνο, ο παππούς έκανε black χιούμορ με την ουροδόχο κύστη του ζώου. Ένα υλικό που σήμερα θα μας ξένιζε ή θα μας αηδίαζε, τότε ήταν μέρος μιας γνωστής και αποδεκτής πραγματικότητας. Τίποτα δεν κρυβόταν ή δεν εξωραϊζόταν.
Φούσκωνε λοιπόν την κύστη και έφτιαχνε ένα εντυπωσιακό …μπαλόνι. Το κακό ήταν ότι για να του πάρεις έπρεπε πρώτα να το φιλήσεις. Σήμερα μπορεί αυτό να ακούγεται "scary", να “τρώμε φρίκη”. Κι όμως, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η χοιροσφαγή σε κάθε σπίτι ήταν κάτι συνηθισμένο στα χωριά. Εντάξει δεν γινόταν πάντα με τον σωστό τρόπο, αλλά δεν είχαμε αυταπάτες για το από πού έρχεται το φαγητό. Η τροφή είχε ιστορία, κόπο, μυρωδιά και συνέπειες, δεν ήταν μια αφηρημένη έννοια.
Η πραγματική «σουρεάλ» κατάσταση μάλλον είναι η σημερινή, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αποκοπεί σχεδόν πλήρως από την τροφή του και τη διαδικασία της. Δεν βλέπει το ζώο αλλά μόνο το τελικό προϊόν έτοιμο στη συσκευασία του και νομίζει ότι το μπιφτέκι γίνεται από την μπιφτεκιά. Έτσι γεννιούνται οι ψευδαισθήσεις, ότι το κρέας δεν έχει προέλευση, ότι η τροφή δεν έχει κόστος, ότι η κατανάλωση είναι ηθικά ουδέτερη πράξη.
Αυτή η λανθασμένη εντύπωση οδηγεί στον ανθρωπομορφισμό, δηλαδή στην απόδοση ανθρώπινων ιδιοτήτων σε ζώα ακόμη και φυτά, και στη γιγάντωση διατροφικών «κινημάτων» εναλλακτικών μπαρουφολόγων. Οι άνθρωποι γίνονται ευάλωτοι σ αυτά που διαβάζουν, όταν δεν έχουν δει ποτέ αυτό που χρησιμοποιούν σαν παραγωγική διαδικασία.
Μέσα σε αυτό το κενό ανθούν αφηγήσεις, φόβοι και εύκολες βεβαιότητες. Όταν λείπει η εμπειρία, τη θέση της παίρνει το αφήγημα κι όσο πιο απόλυτη η άγνοια, τόσο πιο βέβαιη η γνώμη. Δεν φταίει ότι έγιναν πιο ανόητοι οι άνθρωποι, αλλά απομακρύνθηκαν από την ύλη που τους θρέφει.
Τέλος πάντων, αν πω περισσότερα, οι μισοί φίλοι μου θα αυτοδιαγραφούν. Βλέπετε η πραγματικότητα δεν είναι πάντα εύπεπτη, ειδικά όταν δεν συνοδεύεται από ετικέτα, πιστοποίηση και ωραία συσκευασία. Γι αυτό μέρες που είναι, το αφήνω εδώ.
Α, ξέχασα να σας πω ότι ο πίνακας είναι του Άγγλου ζωγράφου Joseph Wright (1734–1797). Ήταν από τους πρώτους που αποτύπωσαν εικαστικά έναν κόσμο που η γνώση δεν κατεβαίνει από τον ουρανό, αλλά φωτίζεται αργά, στο φως ενός κεριού, δίπλα σε πράγματα που σήμερα προτιμούμε να μη βλέπουμε.
Ο πίνακας έχει τίτλο “Two Boys Blowing a Bladder by Candlelight”, είναι πολύ πιο «βαρύς» νοηματικά απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Βλέπουμε δύο αγόρια, ντυμένα με θεατρικά, σχεδόν «φαντεζί» ρούχα που φωτίζονται αποκλειστικά από ένα κερί. Το ένα φυσά μια ουροδόχο κύστη ζώου, το άλλο παρακολουθεί τη σκηνή. Όπως είπαμε δεν πρόκειται για φαντασία αλλά ήταν συνηθισμένο παιδικό παιχνίδι μέχρι πριν λίγα χρόνια. Οι κύστες χρησιμοποιούνταν είτε σαν μπαλόνια είτε σαν κουδουνίστρες με ξερά μπιζέλια μέσα.
Αυτό που σήμερα μας ξενίζει ή μας αηδιάζει, τότε ήταν καθημερινότητα. Και αυτό είναι κρίσιμο. Η σκηνή έχει τρία επίπεδα ανάγνωσης:
Το Ρεαλιστικό. Δείχνει μια πραγματική πρακτική, τίποτα εξιδανικευμένο κι αποκομμένο από τη σφαγή και τη χρήση του ζώου στο σύνολό του.
Το Γνωσιακό. Το παιχνίδι είναι μάθηση, τα παιδιά παρατηρούν και η γνώση έρχεται από την άμεση επαφή με την ύλη. Τα παιχνίδια θεωρούνται μέσο ανάπτυξης ικανοτήτων. Το κερί δεν φωτίζει απλά τη σκηνή αλλά τη διαδικασία της κατανόησης.
Συμβολικό. Η φουσκωμένη κύστη, όπως και οι σαπουνόφουσκες στη ζωγραφική της Ολλανδικής παράδοσης, παραπέμπει στη φθαρτότητα, στην προσωρινότητα της ζωής. Το κερί, σύμβολο γνώσης αλλά και θνητότητας.
Ο αγαπημένος Γιώργος Γιώτης ...
- 26 Δεκεμβρίου στα καραγκουνοχώρια του κάμπου της Καρδίτσας, αλλά και σε περιοχές των Τρικάλων, της Λάρισας και της Δυτικής Μακεδονίας.
Η «Γουρνοχαρά» ή «Γουρουνοχαρά» ήταν παλαιότερα το μεγάλο γεγονός των Χριστουγέννων, καθώς την παραμονή ή την επομένη της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης σφάζονταν τα γουρούνια, τα οποία οι χωρικοί είχαν εκθρέψει επιμελώς για ένα χρόνο.
Στη σχετική διαδικασία συμμετείχε όλη η οικογένεια.
Το σφάξιμο και το τεμάχισμα ήταν δουλειά των αρσενικών, ενώ στο βράσιμο συμμετείχαν τα θηλυκά μέλη της οικογένειας, που τραγουδούσαν πανηγυριώτικα τραγούδια ή τα κάλαντα, αν το σφάξιμο συνέβαινε την παραμονή των Χριστουγέννων.
"Χριστούγεννα σφάζουμι τα γουρούνια, γιατί τα Χριστούγεννα πήγινι η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και του Χ’στο στ’ν Άίγυπτου, να μη τ’ σφαξ’ η Ηρώδ’ς. Μπρουστά πηγαίναν η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γ’ρούνια χαλούσαν τα χνάρια και γι’ αυτό τα κάνουμι γκουρμπάν’ τα ’χουμι για του καλύτιρου γκουρμπάν’."
(Γ. Ν. Αικατερνίδη: Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες)
Ο οικόσιτος χοίρος ήταν μια επένδυση για τους ντόπιους και δείγμα πλούτου για όποιον τον κατείχε.
Έτρωγε τα αποφάγια τους και συσσώρευε λίπος, τη βασική λιπαρή ουσία που χρησιμοποιούσαν για το φαγητό, καθώς το ελαιόλαδο δεν υπήρχε στις παραπάνω περιοχές έως τη δεκαετία του '60.
Το κρέας του μπορούσε όχι μόνο να συντηρήσει την οικογένεια, αλλά και να πουληθεί, συνεισφέροντας σημαντικά στον οικογενειακό προγραμματισμό.
Πηγή: San simera
"Γουρουνο(υ)χαρα" Day...
