Η Επιστροφή του Mid-Range στο Σύγχρονο Μπάσκετ: Η Ανάλυση της «Πραγματικής Αξίας» του Σουτ (Μέρος 1ο)

Cover
  1. Εισαγωγή: Το σουτ που δεν εξαφανίστηκε ποτέ

1.1  Ο μύθος της «χαμένης τέχνης» και η εποχή των analytics

Την τελευταία δεκαετία, το NBA άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται την επίθεση. Η λεγόμενη στρατηγική του «Moreyball» βασίστηκε σε μια απλή αλλά ισχυρή ιδέα: κάθε επίθεση πρέπει να κυνηγά τις πιο αποδοτικές επιλογές σκοραρίσματος.

Με βάση τα παραδοσιακά analytics, τα layups και τα καρφώματα κοντά στο καλάθι είχαν πολύ υψηλή αξία. Τα τρίποντα επίσης θεωρήθηκαν εξαιρετικά αποδοτικά, επειδή δίνουν έναν επιπλέον πόντο. Αντίθετα, τα σουτ μέσης απόστασης –δηλαδή οι προσπάθειες ανάμεσα στη ρακέτα και τη γραμμή του τριπόντου– αντιμετωπίστηκαν ως η λιγότερο συμφέρουσα επιλογή.

Τα μοντέλα έδειχναν ότι, κατά μέσο όρο, τα σουτ κοντά στο καλάθι παρήγαγαν περίπου 1.10–1.30 πόντους ανά κατοχή, τα τρίποντα περίπου 1.05–1.15 πόντους, ενώ τα mid-range jumpers έμεναν συνήθως στο 0.8–0.95. Με απλά λόγια, η λογική ήταν ξεκάθαρη: γιατί να πάρεις ένα δύσκολο δίποντο, όταν μπορείς είτε να πας μέχρι το καλάθι είτε να κάνεις ένα βήμα πίσω και να σουτάρεις για τρεις;

Illustrations show just how much the mid-range game has vanished

Αυτή η σκέψη οδήγησε πολλούς να μιλήσουν για τον «θάνατο του mid-range». Στην πράξη, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο συνολικός αριθμός των σουτ μέσης απόστασης όντως μειώθηκε. Αυτό, όμως, αφορά κυρίως τα εύκολα ή στατικά mid-range σουτ, όπως τα catch-and-shoot jumpers λίγο μέσα από τη γραμμή του τριπόντου. Αυτά τα σουτ οι ομάδες τα μετέφεραν, πολύ λογικά, πίσω από το τρίποντο.

Αυτό που δεν εξαφανίστηκε ήταν το αυτοδημιούργητο mid-range σουτ. Δηλαδή το σουτ που έρχεται μετά από ντρίμπλα, μετά από pick-and-roll, μετά από αλλαγή κατεύθυνσης ή σε κατάσταση απομόνωσης. Από τότε που υπάρχουν πιο αναλυτικά tracking data, περίπου από τη σεζόν 2013-14, αυτά τα σουτ έχουν διατηρήσει αξιοσημείωτα σταθερή παρουσία.

Αυτό δείχνει κάτι σημαντικό: για τους κορυφαίους χειριστές της μπάλας, το mid-range δεν ήταν ποτέ απλώς ένα «κακό σουτ». Ήταν και παραμένει ένα αναγκαίο εργαλείο. Είναι το σουτ που παίρνεις όταν η άμυνα έχει κλείσει τη ρακέτα, έχει καλύψει το τρίποντο και ο χρόνος τελειώνει. Αν το παραδοσιακό αναλυτικό δόγμα ήταν απόλυτα σωστό, αυτά τα σουτ θα είχαν εξαφανιστεί τελείως. Το γεγονός ότι επιβιώνουν δείχνει ότι έχουν μια αξία που δεν αποτυπώνεται πάντα στα απλά στατιστικά.

1.2 Η στρατηγική θέση του άρθρου

Η επιστροφή του mid-range δεν είναι νοσταλγία για το μπάσκετ των παλιών εποχών. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική επιστροφή στο παιχνίδι του Michael Jordan ή του Kobe Bryant. Είναι περισσότερο μια στρατηγική διόρθωση.

Το σύγχρονο μπάσκετ έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου οι άμυνες είναι υπερβολικά καλά προσαρμοσμένες στο να προστατεύουν δύο πράγματα: το καλάθι και το τρίποντο. Αυτό αφήνει χώρο στη μέση απόσταση. Παράλληλα, στα κρίσιμα σημεία των αγώνων, ειδικά στα playoffs, οι εύκολες επιλογές μειώνονται. Εκεί χρειάζεται ένας παίκτης που μπορεί να δημιουργήσει μόνος του ένα αξιόπιστο σουτ.

Τέλος, τα πιο εξελιγμένα αναλυτικά μοντέλα αρχίζουν να δείχνουν ότι το παραδοσιακό Expected Value δεν αρκεί. Δεν φτάνει να υπολογίζουμε μόνο αν ένα σουτ μπαίνει ή όχι. Πρέπει να συνυπολογίζουμε και τα φάουλ, τις βολές, την πίεση της άμυνας, τη φάση του αγώνα και το ποιος παίκτης εκτελεί το σουτ.

  1. Η αναλυτική διόρθωση: από το PPP στην Πραγματική Αξία του Σουτ

2.1 Τα όρια του παραδοσιακού Expected Value

Η κλασική ανάλυση των σουτ βασίστηκε σε μια απλή εξίσωση. Αν ένας παίκτης σουτάρει 50% στα δίποντα, τότε παράγει 1.0 πόντο ανά προσπάθεια. Αν σουτάρει 33.3% στα τρίποντα, παράγει επίσης 1.0 πόντο ανά προσπάθεια. Με αυτή τη λογική, ένα τρίποντο με αξιοπρεπές ποσοστό φαίνεται συχνά πιο ελκυστικό από ένα mid-range δίποντο.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η εξίσωση βλέπει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Δεν υπολογίζει επαρκώς τι συμβαίνει όταν ο παίκτης κερδίζει φάουλ στην προσπάθεια. Δεν υπολογίζει τις βολές που προκύπτουν από ένα δυνατό drive, ένα pull-up υπό πίεση ή ένα σουτ στο οποίο ο αμυντικός κάνει επαφή.

Αυτό είναι κρίσιμο. Ένα δίποντο δεν είναι πάντα απλώς ένα σουτ για δύο πόντους. Μπορεί να οδηγήσει σε δύο βολές. Μπορεί να γίνει καλάθι και φάουλ. Μπορεί να φθείρει τον αντίπαλο, να φορτώσει με φάουλ έναν βασικό αμυντικό και να αλλάξει τη συνολική ισορροπία του αγώνα.

Η παραδοσιακή προσέγγιση, λοιπόν, οδήγησε τις ομάδες να δώσουν υπερβολικά μεγάλο βάρος στο τρίποντο. Αυτό είχε λογική για ένα διάστημα. Όμως, όσο οι άμυνες προσαρμόζονταν, η αρχική εξίσωση άρχισε να φαίνεται ανεπαρκής.

2.2 Το μοντέλο True Point Value

Πιο πρόσφατες αναλύσεις, όπως αυτή των Sanders και Ehrlich από το Πανεπιστήμιο Syracuse, πρότειναν μια πιο ολοκληρωμένη μέτρηση: το True Point Value, ή TPV. Στα ελληνικά μπορούμε να το αποδώσουμε ως «Πραγματική Αξία Πόντων».

Η βασική διαφορά του TPV είναι ότι δεν κοιτάζει μόνο την αξία του ίδιου του σουτ. Προσπαθεί να αποτυπώσει τη συνολική αξία της προσπάθειας, προσθέτοντας και τις βολές που προκύπτουν από φάουλ στην εκτέλεση.

Αυτό αλλάζει σημαντικά την εικόνα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης προσέγγισης, από τη σεζόν 2017-18 και μετά, η μέση αξία των τριπόντων φαίνεται να έχει πέσει κάτω από την αξία των διπόντων, όταν συνυπολογιστούν οι βολές. Με άλλα λόγια, το τρίποντο δεν έχει πια το ίδιο «premium» που είχε στα πρώτα χρόνια της αναλυτικής επανάστασης.

Για τη σεζόν 2022-23, η σύγκριση είναι χαρακτηριστική:

Table1

 Η διαφορά δεν είναι τεράστια, αλλά είναι σημαντική. Δείχνει ότι το δίποντο, όταν υπολογιστεί σωστά μαζί με τις βολές, μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη συνολική αξία από το τρίποντο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το τρίποντο έχασε τη σημασία του. Το τρίποντο παραμένει βασικό όπλο. Σημαίνει, όμως, ότι η παλιά ιδέα «τρίποντο ή layup, τίποτα άλλο» είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι άμυνες έχουν πια προσαρμοστεί. Δίνουν τεράστια προσοχή στο τρίποντο και στην προστασία της ρακέτας. Έτσι, συχνά αφήνουν περισσότερο χώρο στη μέση απόσταση. Ένας παίκτης που μπορεί να τιμωρήσει αυτόν τον χώρο, και ταυτόχρονα να κερδίσει φάουλ, μετατρέπει το mid-range σε πραγματικό στρατηγικό όπλο.

  1. Γιατί το mid-range έγινε ξανά αναγκαίο

3.1 Η σύγχρονη αμυντική γεωμετρία και η «γκρίζα ζώνη»

Οι σημερινές άμυνες είναι σχεδιασμένες γύρω από δύο βασικές προτεραιότητες: να προστατεύουν το καλάθι και να περιορίζουν τα ελεύθερα τρίποντα. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές είναι διατεθειμένες να παραχωρήσουν το σουτ μέσης απόστασης.

Αυτή η περιοχή, ανάμεσα στη ρακέτα και το τρίποντο, λειτουργεί σαν μια «γκρίζα ζώνη». Δεν είναι το σημείο που η άμυνα θέλει να προστατεύσει πρώτο. Αντίθετα, πολλές αμυντικές στρατηγικές οδηγούν συνειδητά τον επιτιθέμενο εκεί, με την πεποίθηση ότι θα πάρει ένα στατιστικά λιγότερο αποδοτικό σουτ.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αμυντικές προσεγγίσεις που σπρώχνουν τον χειριστή προς συγκεκριμένη πλευρά και τον αναγκάζουν να πάρει ένα pull-up δίποντο μετά από ντρίμπλα. Η βασική λογική είναι απλή: «Αν τον αναγκάσουμε να πάρει αυτό το σουτ, έχουμε κάνει καλή άμυνα».

Αυτό ισχύει απέναντι σε μέτριους σουτέρ. Δεν ισχύει, όμως, απέναντι σε παίκτες που έχουν κάνει το mid-range βασικό κομμάτι του παιχνιδιού τους.

3.2 Το mid-range ως εργαλείο αυτοδημιουργίας

Όταν μια άμυνα σε οδηγεί επίτηδες στη μέση απόσταση, η ικανότητα να σκοράρεις από εκεί αλλάζει όλη την εξίσωση. Δεν παίρνεις πλέον το σουτ που θέλει η άμυνα. Την τιμωρείς για τον χώρο που σου δίνει.

DeMar DeRozan Mid Range Master: Basketball Shooting Form and ...Οι κορυφαίοι scorers εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτή την κατάσταση. Όταν ο ψηλός μένει πιο πίσω σε drop coverage για να προστατεύσει το καλάθι, ανοίγει χώρος για pull-up από τα 4-5 μέτρα. Όταν η άμυνα πιέζει υπερβολικά το τρίποντο, ο επιθετικός μπορεί να περάσει τον πρώτο αμυντικό και να σταματήσει στη μέση απόσταση. Όταν το drive μέχρι μέσα κλείνει, το mid-range γίνεται η ενδιάμεση λύση.

Η αποτελεσματικότητα από αυτή την περιοχή δεν είναι θέμα τύχης. Απαιτεί τεχνική, ισορροπία, footwork, σωστή χρήση του σώματος, αλλαγές ρυθμού, step-backs, hesitation moves και υψηλό σημείο απελευθέρωσης της μπάλας. Γι’ αυτό και δεν μπορούν όλοι οι παίκτες να βασιστούν σε αυτό.

Σε επίπεδο playoffs, η ανάγκη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Οι άμυνες είναι πιο διαβασμένες, οι κατοχές πιο δύσκολες και τα ελεύθερα σουτ λιγότερα. Εκεί δεν αρκεί μια επίθεση που ζει μόνο από layups και τρίποντα. Χρειάζεται παίκτες που μπορούν να δημιουργήσουν ένα καλό σουτ όταν η φάση έχει χαλάσει.

Γι’ αυτό το mid-range δεν είναι πια απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι τακτική ανάγκη. Αν μια ομάδα δεν έχει παίκτη που να μπορεί να σκοράρει από τη μέση απόσταση, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί από άμυνες που ξέρουν να κλείνουν τα προφανή σημεία παραγωγής.

(Συνεχίζεται...)

Έρευνα: Ιάσων Τζίτζης (αθλητής Ανδρικής ομάδας Μπάσκετ Ε.Σ. Νέας Μάκρης)

TFC
ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΟΠΑΠ
PROOPTIKI_470_270
IL TOTO